Α’ Εθνική πριν έξι χρόνια: Χαλκιδική 2003

Όταν τα ματς ήταν μόνο οκτώ (και σε οκτώ σκακιέρες) υπήρχε χώρος στην αίθουσα και χρόνος για φωτογραφίες: Εδώ, η διαιτητική ομάδα του 2003 (από αριστερά): Παξιμαδάς, Βούρτσας, Δρεπανιώτης, Σακελλαράκης, Πεντίδης και Κωστούρος πίσω από τις κυρίες Σαράφογλου, Σαλταμάρα και Χαλβατζόγλου.
Η διάδοση της πληροφορίας και η αμεσότητα της διαδικτυακής συζήτησης στις ημέρες μας, μας κάνουν μερικές φορές να νομίζουμε ότι αυτά που βλέπουμε γύρω μας είναι πρωτόφαντα, ότι κάποια προβλήματα δεν έχουν εντοπιστεί και παλιότερα (και άλλοτε τους έχει δοθεί λύση και άλλοτε όχι).
Δεν προσπαθώ να αποφύγω τη συζήτηση για τη φετινή Α’ Εθνική, ούτε να βγάλω λανθασμένα συμπεράσματα επειδή «τα θέλω». Προτιμώ να καταλάβω πρώτα τι ακριβώς έγινε, να καταγράψω τι δεν έγινε, και να αναπροσαρμόσω τις απόψεις μου σύμφωνα με τα νέα δεδομένα. Θέλω όμως να γίνει αυτή η συζήτηση αφού έχω δώσει όσο μπορώ περισσότερη ενημέρωση στον αναγνώστη. Γι’ αυτό έσκαψα λίγο στα αρχεία μου και ανακάλυψα την Έκθεση Διατησίας και την Έκθεση Δημοσιότητας που είχα υποβάλλει στο ΔΣ της ΕΣΟ ως επικεφαλής διαιτητής στο 32º Πρωτάθλημα Α’ Εθνικής, που είχε γίνει πάλι στην Καλλιθέα της Χαλκιδικής, στις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου Άθως.
Μια χρήσιμη υπενθύμιση: Την εποχή εκείνη το πρωτάθλημα διεξαγόταν σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση σχηματιζόντουσαν 4 όμιλοι των 4 ομάδων, χρησιμοποιώντας «φιδάκι» πάνω στα ομαδικά αποτελέσματα της προηγούμενης χρονιάς. Το «φιδάκι»σημαίνει ότι επικεφαλής κάθε ομίλου έμπαιναν οι περσινοί 1ος, 2ος, 3ος και 4ος αντίστοιχα, ακολουθούσαν οι 5ος, 6ος, 7ος και 8ος με την αντίστροφη φορά κ.ο.κ. Οι ομάδες έπαιζαν και τους τρεις αγώνες μεταξύ τους και στη συνέχεια (μεταφέροντας το μεταξύ τους αποτέλεσμα) οι δύο πρώτοι κάθε ομίλου σχημάτιζαν τον επάνω όμιλο πουλ για την κορυφή και οι δύο τελευταίοι σχημάτιζαν τον κάτω όμιλο για να αγωνιστούν να αποφύγουν τον υποβιβασμό (έπεφταν οι τρεις τελευταίοι ή, στην πράξη, σωζόταν ο «πρωταθλητής» ανάμεσα στους τέσσερις «μαζέτες»). Και οι ομάδες έπαιζαν βέβαια σε ΟΚΤΩ σκακιέρες…
Το πρωτάθλημα κρινόταν (όπως και τώρα βέβαια) στα 2-3 παιχνίδια μεταξύ των ισχυρότερων ομάδων· το ίδιο και η μάχη του υποβιβασμού όπου είχε τεράστιο πλεονέκτημα όποιος από το κάτω γκρουπ είχε κάνει μια νίκη στην πρώτη φάση (καμιά φορά παίζοντας με την ασθενέστερη αντίπαλο χάρη στην εύνοια του «φιδιού»). Στην πραγματικότητα, για τις μισές ομάδες το πρωτάθλημα ήταν μια χαρά διακοπές (πληρωμένες από τον προϋπολογισμό) και κρινόταν επίσης σε 2 ή 3 παιχνίδια. Εφόσον είχες τερματίσει την προηγούμενη χρονιά στις θέσεις 5η-8η, αρκούσε να κερδίσεις τους δύο «μαζέτες» (από τον όμιλο 9-12 και από τον όμιλο 13-16) για να εξασφαλίσεις την παραμονή σου στην Α’ Εθνική. Αλλά και αυτοί περμάτιζαν στις θέσεις 9η-12η δεν είχαν μεγάλο άγχος. Συνήθως ήταν αρκετό να κερδίσουν τον «πελάτη» του προκριματικού και να κάνουν άλλη μια νίκη εναντίον «πελάτη». Μια-δυο κατάλληλες ισοπαλίες ξεκούρασης και αναψυχής στο υπόλοιπο τουρνουά αρκούσαν για να διασφαλιστεί το ποθούμενο.
Αν έχετε λοιπόν όρεξη να διαβάζετε αρχαία ιστορία για να κατανοείτε καλύτερα τις εξελίξεις και τα σημερινά, πατήστε εδώ για να διαβάσετε (σε pdf) την Έκθεση Διαιτησίας 2003 και την Έκθεση Δημοσιότητας 2003. Ξεκαθαρίζω ότι έχω κάνει μερικές μικροδιορθώσεις, απαλείφοντας επωνυμίες των τότε χορηγών της ΕΣΟ και όλα τα ονοματεπώνυμα συνεργατών για τα οποία η αναφορά μου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μη θετική (δεν έχουν άλλωστε νόημα οι προσωπικές αναφορές μετά από έξι χρόνια, το σημαντικό είναι οι θεσμοί). Διευκρινίζω επίσης ότι ο τότε διαδικτυακός συνεργάτης μας δεν είναι η ομάδα του Αργύρη Κώτση (οι φιλομαθείς μπορούν εύκολα να βρουν τις απαντήσεις σε ερωτήματα που ίσως τους δημιουργηθούν στον ιστότοπο της ΕΣΟ, εδώ).
Μια παλιά, καλή ιδέα -και λάθος μου που ήμουν αντίθετος…
Η επιστροφή του Πέτρου Κολυβά στα διοικητικά της ΕΣΣΝΑ είναι αναμφισβήτητα μια θετική εξέλιξη των τελευταίων ημερών. Ο Πέτρος Κολυβάς, εμπειρότατος στα αθηναϊκά σκακιστικά πράγματα, ήταν από τους στυλοβάτες της ΕΣΣΝΑ ολόκληρη τη δεκαετία του 1990 (και λίγο πιο πριν, και λίγο πιο μετά…) και διετέλεσε πρόεδρός της επί τρεις θητείες —αν δε με γελάει η μνήμη μου…
Σε μια από αυτές τις θητείες, κάπου γύρω στα 1992, όταν έτυχε να βρίσκομαι και εγώ στο ΔΣ της ΕΣΣΝΑ ξεκινήσαμε μια σειρά από πρωτοβουλίες (όπως τα πρωταθλήματα Κ12 και Κ16) —που πάντως εξελίχθηκαν και γιγαντώθηκαν διαφορετικά από ό,τι τα είχαμε σχεδιάσει τότε (και με τον Τάκη Νικολόπουλο).
Θυμάμαι έντονα από εκείνη την εποχή να προσπαθούμε να χωρέσουμε στις διαθέσιμες Κυριακές του χρόνου το ακόμη και τότε ανοικονόμητο πρόγραμμα αγώνων της ΕΣΣΝΑ και τον Πέτρο να επιχειρηματολογεί για την ανάγκη να αλλάξουμε την αγωνιστική περίοδο στο σκάκι και να καθιερώσουμε μια περίοδο ανάλογη με της σχολικής περιόδου. Τα επιχειρήματά του ήταν ουσιαστικά και στιβαρά, τα αντεπιχειρήματά μου —τώρα πια πρέπει να το παραδεχτώ— φορμαλιστικά.
Στο μεταξύ οι αγωνιστικές συνθήκες στην Ελλάδα έχουν αλλάξει και ευνοούν ακόμη περισσότερο την άποψη υπέρ της «σχολικής» αγωνιστικής περιόδου ή κάποιας παραλλαγής της. Υποθέτοντας λοιπόν ότι με τη συμμετοχή του Πέτρου Κολυβά στο ΔΣ της ΕΣΣΝΑ η συζήτηση αυτή νομοτελειακά θα ανοίξει και πάλι, θέλω να παραθέσω από εδώ τις απόψεις υπέρ και κατά μιας τέτοιας ριζικής αλλαγής (ολοκληρώνοντας έτσι και τη …δημόσια αυτοκριτική μου).
Όραμα και πράξη
Στα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου ξετυλίγεται τα τελευταία χρόνια μια παραδοσιακή εκδήλωση που ονομάζεται έγκριση του προϋπολογισμού της Ελληνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας (ΕΣΟ) από τη Γενική Συνέλευση (ΓΣ) των σωματείων της ΕΣΟ. Είναι μια συνήθως σύντομη, σχεδόν τελετουργική διαδικασία που επιβάλλεται από την αθλητική νομοθεσία, αφού χωρίς την έγκριση της ΓΣ των σωματείων δεν γίνεται αποδεκτή από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (ΓΓΑ) η κατάθεση προϋπολογισμού από αθλητική ομοσπονδία.
Αν όμως μια ομοσπονδία δεν καταθέσει προϋπολογισμό εγκεκριμένο από τη ΓΣ των σωματείων της, η ΓΓΑ δεν της προωθεί τις επόμενες δόσεις της τακτικής επιχορήγησης. Συνεπώς τα σωματεία βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό ή να ριψοκινδυνέψουν τη διακοπή των επιδοτήσεων της ομοσπονδίας τους. Καθόλου περίεργο λοιπόν που η ΓΣ γίνεται μεταξύ «συγγενών και φίλων».
Καθόλου περίεργο επίσης που μετά από λίγες τουφεκιές της εκάστοτε αντιπολίτευσης, μερικές τοποθετήσεις –νέων συνήθως– εκπροσώπων που δεν έχουν προλάβει να αντιληφθούν την ως τώρα τελετουργική σημασία και μικρή πρακτική αξία όλων αυτών και θα ήθελαν να συμμετέχουν σε κάποια ουσιαστική διαδικασία, και μετά από κάποιες απαντήσεις από τη διοίκηση, ο προϋπολογισμός εγκρίνεται ως έχει (ή με μικρές τροποποιήσεις) –συνήθως σε ύψη εύλογα σε σχέση με τις ανάγκες και δυσθεώρητα σε σχέση με την πραγματικότητα (φέτος έκλεισε στα 2 εκατομμύρια ευρώ, με ανελαστικές διοικητικές και λειτουργικές δαπάνες της τάξης των 400.000 ευρώ).
Θέλουμε πραγματικά την αποκέντρωση;
Παρά τη διάχυτη εντύπωση στο σκακιστικό χώρο ότι η ελληνική σκακιστική ομοσπονδία και οι ενώσεις είναι αντιδημοκρατικοί φορείς συνάθροισης καρεκλοκένταυρων και λοιπών παραγόντων (άποψη που ίσως δικαιολογείται καμιά φορά από δυσνόητες αποφάσεις ή δυσεξήγητες πρακτικές), το θεσμικό πλαίσιό τους είναι, σε γενικές γραμμές, από τα πιο προοδευτικά στον αθλητικό χώρο.
Η ίδια η ΕΣΟ ήταν και παραμένει (από όσο γνωρίζω, τουλάχιστον) η μοναδική αθλητική ομοσπονδία που υιοθέτησε εξαρχής το έστω ισχυρά ενισχυμένο σύστημα αναλογικής που προβλέπεται από τον αθλητικό νόμο 2725/1999. Χάρη στο σύστημα αυτό, υπήρξε εκπροσώπηση της αντιπολίτευσης και στις δύο αρχαιρεσίες που έγιναν από την καθιέρωσή του. Άλλες ομοσπονδίες ακολουθούν τη σταυροδοσία σε ενιαία λίστα υποψηφίων που λειτουργεί ουσιαστικά σαν ισχυρότατα πλειοψηφικό και σπάνια εκλέγονται με αυτό εκπρόσωποι των αντιπολιτευόμενων απόψεων.
Κεντρικά, από την ΕΣΟ, ξεκίνησαν επίσης οι προσπάθειες περιφερειακής αποκέντρωσης με την ΕΣΣΒΕ της Βόρειας Ελλάδας στις αρχές της δεκαετίας του 1980, για να ακολουθήσει η ΕΣΣΝΑ στην Αττική μερικά χρόνια αργότερα. Η ΕΣΣΝΑ μάλιστα είναι (πάλι από όσο γνωρίζω) το μοναδικό αθλητικό συλλογικό όργανο του μεγέθους αυτού στην Ελλάδα που υιοθέτησε εξαρχής την απλή αναλογική (σχεδόν απόλυτα απλή –απλώς δεν ακολουθεί το «μεγαλύτερο υπόλοιπο»). Σήμερα λειτουργούν, με μεγαλυτερη ή μικρότερη αποδοτικότητα, με μεγαλύτερα ή μικρότερα προβλήματα, τοπικές ενώσεις σκακιστικών σωματείων σε σχεδόν όλες τις ευρύτερες περιφέρειες της χώρας.
Στο παρελθόν είχαν γίνει συζητήσεις και για τη θεσμική αποκέντρωση με μετατροπή της ΕΣΟ σε ομοσπονδία Ενώσεων από ομοσπονδία συλλόγων. Έμπρακτα άλλωστε η ΕΣΟ μοιάζει τα τελευταία χρόνια να μην μπορεί να λειτουργήσει παρά σε αυτό το κεντρικό επίπεδο και να έχει αναθέσει (για άλλους, «εγκαταλείψει») όλες τις περιφερειακές δραστηριότητες στις αρμοδιότητες των ενώσεων. Η ελλιπής θεσμική κατοχύρωση αυτής της έμπρακτης αποκέντρωσης όμως δημιουργεί διάφορα προβλήματα στην πράξη: Από τον τομέα της χρηματοδότησης των περιφερειακών διοργανώσεων, τη σύγχυση αρμοδιοτήτων, τη διαφοροποιημένη νομιμοποίηση, τα τις διαφοροποιήσεις στα εκλογικά συστήματα, το εκλογικό σώμα, τις θητείες των ενώσεων και διάφορα άλλα.
Το κυριότερο πρόβλημα όμως για τη θεσμική μετατροπή της ΕΣΟ σε ομοσπονδία ενώσεων ήταν πως σύμφωνα με τον Ν.2725/99, κάθε Ένωση θα έπρεπε να έχει μία ψήφο. Αυτό δημιουργούσε, τουλάχιστον στο σκάκι, θέματα εκπροσώπησης και πραγματικής νομιμοποίησης.
Ο νόμος 3262/2004 όμως, στο άρθρο 30 παρ 2, ορίζει πλέον ότι η εκπροσώπηση των ενώσεων στις αρχαιρεσίες των ομοσπονδιών είναι ανάλογη με τον αριθμό των σωματείων της ένωσης, και έτσι έχει αρθεί ένα σημαντικό εμπόδιο για τη θεσμική ολοκλήρωση της αποκέντρωσης.
Η αλλαγή είναι ο ορισμός της ζωής
Αντιγράφω από ένα βιβλίο που πέρασε πρόσφατα για επαγγελματικούς λόγους από τα χέρια μου:
Η αλλαγή είναι ο ορισμός της ζωής. Όταν σηκώνεστε το πρωί, περιμένετε να ζήσετε μία μέρα που θα διαφέρει σε πολλά πράγματα από την προηγούμενη…
Όλοι οι άνθρωποι περιμένουν τις αλλαγές. Σε κάποια στιγμή σίγουρα έχετε πει «Πρέπει οπωσδήποτε κάτι να αλλάξει.» Αλλά δεν ακούς πολύ συχνά τους ανθρώπους να λένε ότι θέλουν μία αλλαγή ή ότι οι αλλαγές τους αρέσουν. Οι αλλαγές κάνουν το μέλλον αβέβαιο, η αβεβαιότητα κάνει δύσκολο το σχεδιασμό, και στους ανθρώπους αρέσει ο σχεδιασμός.
Οι οργανισμοί ούτε θέλουν, ούτε τους αρέσουν οι αλλαγές, και βρίσκουν εκατοντάδες δικαιολογίες για να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους όπως ακριβώς είναι. Ορίστε μερικές από τις δικαιολογίες αυτές:
- Δεν έχει δοκιμαστεί ποτέ.
- Το έχουμε ξαναδοκιμάσει.
- Πολύ ριζοσπαστικό.
- Αυτό που έχουμε δουλεύει μια χαρά.
- Δεν έχουμε χρόνο.
- Δεν είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο.
- Δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε.
- Ο δικός μας οργανισμός είναι διαφορετικός.
- Θα έπρεπε, αλλά…
- Είναι αδύνατο.
Εδώ τελειώνει το ελαφρά παραλλαγμένο απόσπασμα (άλλαξα το εταιρείες σε οργανισμοί και αφαίρεσα το «επιχειρηματικές» αφήνοντας «απλές» τις δραστηριότητες).
Στους σκακιστές μάς αρέσει να πιστεύουμε ότι ανήκουμε σε ένα είδος «διανοητικής ελίτ» —όμως πόσες φορές ακούμε αυτές τις ίδιες, τυπικές και πανανθρώπινες κατά πώς φαίνεται, δικαιολογίες σε κάθε προσπάθεια για μια αλλαγή στα σκακιστικά μας πράγματα (και όχι μόνο);

RSS - Posts